Εξειδικευμένη Αναζήτηση

Σχόλια για την «Εθνική Έρευνα για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στην Ελλάδα – 2007»

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

Ομιλία του καθηγητή
Στέλιου Παπαθανασόπουλου *

Χωρίς αμφιβολία η τηλεόραση αποτελεί το κυρίαρχο μέσο επικοινωνίας και ενημέρωσης στη χώρα μας και η ιδιωτική τηλεόραση έχει συμβάλλει στη ριζική μεταβολή όχι μόνον του ρυθμού, του είδους των προγραμμάτων, της ποσότητας των τηλεοπτικών προϊόντων, της τηλεοπτικής κατανάλωσης, αλλά και της δομής του επικοινωνιακού πεδίου.
Σε όλες σχεδόν τις χώρες, οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι προσφεύγουν κυρίως στην τηλεόραση και λιγότερο στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο για να ενημερωθούν και βεβαίως να ψυχαγωγηθούν. Aν και οι λόγοι που τα μέλη του κοινού χρησιμοποιούν τα μέσα επικοινωνίας για να ικανοποιήσουν τις ενημερωτικές και ψυχαγωγικές τους ανάγκες ποικίλουν, γεγονός είναι ότι στις μέρες μας η τηλεόραση κυριαρχεί στις προτιμήσεις των τηλεθεατών. Aν το ραδιόφωνο αφαίρεσε από τον Tύπο το μονοπώλιο της ενημέρωσης, η τηλεόραση ήρθε να του αποσπάσει και την απεικόνισή τους. Aν και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί το κίνητρο ή οι προσδοκίες των μελών του κοινού, όταν επιλέγουν ένα μέσο για να ικανοποιήσουν την ανάγκη της ενημέρωσης, οι περισσότεροι Έλληνες παρά τις επιμέρους γεωγραφικές ή άλλες διαφοροποιήσεις, χρησιμοποιούν πρωτίστως την τηλεόραση για να ενημερωθούν, και κατά δεύτερο λόγο το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες.
Αλλά εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα, όπως εν πολλοίς και στις άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, η κυκλοφορία των εφημερίδων ουδέποτε υπήρξε πραγματικά μαζική και τα μόνα πραγματικά μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, και η σπουδαιότητά τους για τη διαμόρφωση της μαζικής κοινής γνώμης είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι φυλλοροούσες κυκλοφορίες των εφημερίδων αντιμετωπίζονται από τους εκδότες τους μόνον με τη συνοδεία δώρων, συχνά εξωδημοσιογραφικών, και έχει πλέον μειωθεί ο αριθμός των ενημερωτικών ραδιοφωνικών σταθμών, για να αντικατασταθεί από του χαμηλού κόστους μουσικούς σταθμούς.
Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια σε σχεδόν περιοδική βάση ασκούνται κριτικές που όχι μόνο αμφισβητούν την ποιότητα και το είδος της παρεχόμενης τηλεοπτικής ενημέρωσης, αλλά και ανησυχούν για το πρότυπο της ενημέρωσης που υιοθέτησαν και προβάλλουν τα μεγαλύτερα, από άποψη μεριδίων τηλεθέασης, εγχώρια ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Ήδη, από την αρχή σχεδόν της ιδιωτικής τηλεόρασης στη χώρα μας, καταγράφουμε διάφορες κριτικές να ασκούνται κατά του τρόπου με τον οποίο τα κεντρικά δελτία των καναλιών καλύπτουν τα γεγονότα, καθώς οι περισσότεροι σχολιαστές σημειώνουν ότι λείπει η νηφάλια και ψύχραιμη αντιμετώπιση των γεγονότων, ότι οι τηλεοπτικές ειδήσεις έχουν προσλάβει τη διάσταση θεατρικής παράστασης ή θεάματος. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι αναπόφευκτες συνέπειες, όπως είναι γνωστό, του έντονου ανταγωνισμού που κυριαρχεί στο εγχώριο τηλεοπτικό πεδίο.
Σε σύγκριση με την εποχή της κρατικής τηλεοπτικής ενημέρωσης, στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα δελτία ειδήσεων έχουν φαινομενικά πιο γρήγορους ρυθμούς, διαθέτουν νέα μέσα τεχνολογίας με συχνές απευθείας συνδέσεις και τηλεοπτικά παράθυρα, οι ειδήσεις έχουν πολλούς επιθετικούς προσδιορισμούς, επιδερμική ανάλυση, συνοδεύονται απαραίτητα από οπτικό υλικό κι είναι όλο και περισσότερο συναισθηματικά “φορτισμένες”.
Επίσης, σε σύγκριση με την εποχή του κρατικού μονοπωλίου, στις μέρες μας τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των μεγάλων ιδιωτικών καναλιών αρχίζουν να προβάλλονται στις 20:00 και όπως δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας 6 στους 10 προτιμούν να βλέπουν τις ειδήσεις εκείνη την ώρα και 8 στους 10 πιστεύουν ότι δεν υπάρχει καλύτερη ώρα.
Βέβαια, ο χρόνος της μέσης διάρκειάς τους ξεπερνά συχνά τη μία ώρα. Η κλασική διάρκεια των ημίωρων δελτίων έχει πλέον μετατραπεί σε τρία τέταρτα μία και μερικές φορές, μιάμιση ώρα. Έχει υποστηριχθεί ότι ένας από τους λόγους της αμετροέπειας των δελτίων ειδήσεων είναι η μεγάλη διάρκειά τους, καθώς οι διευθυντές ενημέρωσης αναγκάζονται μια είδηση από το αστυνομικό δελτίο τριάντα δευτερολέπτων γίνεται για να καλυφθεί ο χρόνος πέντε λεπτών.
Αλλά αυτό δε φαίνεται να πτοεί τους τηλεθεατές αφού ο μισός πληθυσμός παρακολουθεί καθημερινά τα δελτία ειδήσεων, και από αυτούς βλέπουν 55 λεπτά ημερησίως τα δελτία και μόνον ένας στους 3 βλέπει ειδήσεις μέχρι 30 λεπτά την ημέρα.
Εδώ προκύπτει και μια αντίφαση όταν 7 στους 10 υποστηρίζουν ότι δεν ενδιαφέρονται για τις αντιπαραθέσεις στα δελτία, αλλά μόνον 3 στους 10 θεωρούν ότι έχασαν την ώρα τους. Αυτό ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι οι Έλληνες τηλεθεατές θεωρούν ότι τα κεντρικά δελτία ειδήσεων τους προσφέρουν την παλαιά επιθεώρηση των ελληνικών θεάτρων που άκμασε στη δεκαετία του 1960. Πλέον, από το 2004 και εντεύθεν, η ειδησεογραφία δε διακρίνεται από το σχολιασμό και έτσι τα «παράθυρα» αγγίζουν το μέγιστο δυνατό όριο επέκτασής τους στο δελτίο ειδήσεων
Αυτά, αλλά κι άλλα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι, όπως έχω σχολιάσει και στο παρελθόν, η τηλεοπτική συμπεριφορά μας είναι διττή.
Από τη μία πλευρά, η τηλεθέασή μας είναι «τελετουργική» (ritual) και από την άλλη «εργαλειακή» (instrumental). Στην τελετουργική ο τηλεθεατής βλέπει απλά τηλεόραση από λόγους συνήθειας. Στην εργαλειακή, ο τηλεθεατής αναζητά να παρακολουθήσει κάποια συγκεκριμένα προγράμματα είτε για να καλύψει κάποιες ενημερωτικές ή ακόμη και ψυχαγωγικές του ανάγκες ή ακόμη και για να χαλαρώσει.
Η διαφοροποίηση αυτή υποδηλώνει ότι το μέσο της τηλεόρασης, χρησιμοποιείται διαφορετικά ανάλογα με τις χρήσεις και ικανοποιήσεις που απορρέει όχι το μέσο, αλλά το περιεχόμενο που μεταφέρει ή προβάλλει. Αυτή η διαφοροποίηση ενδεχομένως εξηγεί γιατί, λόγου χάρη, καταγράφεται σημαντική διαφοροποίηση όσον αφορά στις τηλεοπτικές προτιμήσεις διαφόρων ηλικιακών κατηγοριών του τηλεοπτικού κοινού.
Όποια κι αν είναι η ερμηνεία, το γεγονός είναι ότι ο μέσος Έλληνας τηλεθεατής είναι περισσότερο εξαρτημένος από την τηλεόραση σε σχέση με το παρελθόν. Στην πράξη πρόκειται για μια σταδιακή αυξητική εξάρτηση από την παρουσία του τηλεοπτικού μέσου που μπορεί να μην παρακολουθεί ή να κάνει ζάπινγκ, αλλά σπανίως το κλείνει, εκτός από το να κοιμηθεί ή και να αποκοιμηθεί έχοντας ανοικτό τον τηλεοπτικό δέκτη.
Με άλλα λόγια, η σύγχρονη τηλεόραση αποκτά μια αυτονομία, επιβεβαιώνοντας την πανταχού παρουσία της στο σύγχρονο πολιτισμό.
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι οι Έλληνες δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες όπως είναι η συνδρομητική, η ψηφιακή και δορυφορική τηλεόραση αφού τα ποσοστά κατοχής είναι κάτω του 10%. Στην πράξη όμως δεν ισχύει αυτό αφού σε άλλες τεχνολογίες όπως η ψηφιακή βιντεοκάμερα, ψηφιακή μηχανή και βιντεοπαιχνίδια, οι Έλληνες είναι πολύ πιο δεκτικοί. Αυτό προφανώς οφείλεται στο ότι ο Έλληνας έχει μάθει να μην πληρώνει για την τηλεόραση και στην πράξη δεν έχει «συνδρομητική κουλτούρα» για την τηλεόραση.
Αυτό σηματοδοτείται κι από το γεγονός ότι, από τα στοιχεία της έρευνας η τηλεόραση, το κινητό τηλέφωνο και το αυτοκίνητο είναι ιεραρχικά τα τρία αντικείμενα που θεωρούνται ως τα πλέον απαραίτητα στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων, αφού μοιράζονται τα ίδια ποσοστά (30-33%).
Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνει ότι οι Έλληνες έχουμε μια σχέση έλξης-απώθησης με τα τρία αυτά προϊόντα του σύγχρονου πολιτισμού. Παραπονούμαστε και για τα τρία και παράλληλα τα χρησιμοποιούμε πολύ περισσότερο από άλλα.
Αν το αυτοκίνητο μετέτρεψε τη ρυμοτομία των πόλεων μας, το σχεδιασμό των κατοικιών μας, τον τρόπο συνήθειας των αγορών μας, τις μετακινήσεις μας, η τηλεόραση έχει επηρεάσει την ψυχαγωγία και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το σύγχρονο πολιτισμό και το κινητό τον τρόπο της διαπροσωπικής επικοινωνίας μας και της διαθεσιμότητάς μας.
Ποια είναι η σχέση τους; Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε η τηλεόραση να συνδεθεί περισσότερο με το αυτοκίνητο και την κινητή τηλεφωνία και λιγότερο με τα άλλα μέσα επικοινωνίας; Όπως έχουν επισημάνει πολλοί μελετητές η τηλεόραση διαδόθηκε τόσο πολύ διότι ακολούθησε τα χνάρια και παράλληλα διεύρυνε τα χαρακτηριστικά ενός τρόπου ζωής που είχαν συνδεθεί με την ανάπτυξη του αυτοκινήτου και ιδιαίτερα στη διάσταση που το τελευταίο έδινε με την κίνηση και την ταχύτητα, κάτι που αποτελεί στοιχείο και του κινητού.
Πράγματι, τόσο το αυτοκίνητο, η κινητή τηλεφωνία όσο και η τηλεόραση λειτουργούν μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που φαινομενικά εξαίρουν την ατομικότητα, την κίνηση και την ταχύτητα. Λειτουργούν ως υποβοηθητικοί παράγοντες των λειτουργιών της κοινωνικής ολοκλήρωσης, διότι αμφισβητούν κατά κάποιο τρόπο τα χωρικά όρια που εγκλωβίζουν το άτομο. Αποτελούν συνδετικούς κρίκους, που “γεφυρώνουν” τις συνήθειες ζωής ανάμεσα σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες.
Αν η οδήγηση του αυτοκινήτου σημαίνει ατομική χρήση σε δημόσιο οδικό δίκτυο, η χρήση της κινητής τηλεφωνία κάνει το ίδιο όπως και η τηλεόραση. Το αυτοκίνητο μπορεί να εξισωθεί με το σαλόνι, το οποίο συνήθως χρησιμοποιεί η οικογένεια με τους φίλους ή άτομα της επιλογής της να παρακολουθήσουν τα τηλεοπτικά προγράμματα, τα δημόσια οδικά δίκτυα με τις δημόσιες ερτζιανές συχνότητες, το τηλεκοντρόλ με το τιμόνι. Και στις δύο περιπτώσεις θεωρητικά έχουμε τη δυνατότητα της επιλογής (επιλογή προγραμμάτων, κλήσεων, ταχύτητας, τηλεοπτική ή οδηγητική συμπεριφορά), λειτουργούμε ατομικά και παράλληλα πρέπει να εφαρμόσουμε πιστά τους κώδικές τους. Με άλλα λόγια, κατά τη χρήση των τριών μέσων μας δίδεται η εντύπωση της ελευθερίας κινήσεων και επιλογών, οι οποίες όμως σε τελική ανάλυση είναι προκαθορισμένες.

* ο κύριος Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι Προέδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλους του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Οπτικοακουστικών Μέσων

Η σχετική έρευνα