Εξειδικευμένη Αναζήτηση

Τάση “εξόδου” από το εκλογικό σώμα, ισχυρός κλυδωνισμός του δικομματισμού & ενίσχυση της Αριστεράς

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Οι πολιτικές συνέπειες της συμφωνίας Κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΕ

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Η δυναμική της νέας περιόδου, στην οποία έχει εισέλθει η πολιτική σκηνή της χώρας μετά την έλευση του ΔΝΤ, εκδηλώνεται σε τρεις κατευθύνσεις (Η σειρά είναι ιεραρχική): Πρώτον, με την αλματώδη αύξηση των κοινωνικών διαθέσεων για αποχή και έξοδο από το εκλογικό σώμα. Δεύτερον, με τη σημαντική αποδυνάμωση που υφίστανται τα δύο κυρίαρχα κόμματα της διακυβέρνησης, τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας τους, όσο και στο επίπεδο της κοινωνικής τους υποστήριξης. Τρίτον, με την εκλογική ενίσχυση της Αριστεράς.

Από την άλλη πλευρά, η κοινωνική προτίμηση για μονοκομματικές κυβερνήσεις μειώνεται σημαντικά. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι μόλις 1 στους 5 πολίτες (19%) τάσσεται σήμερα υπέρ των αυτοδύναμων λύσεων, ενώ αντιθέτως, το ήμισυ του εκλογικού σώματος επικροτεί είτε τις κυβερνήσεις συνεργασίας (35%), είτε την οικουμενική (15%). Επιπλέον, μέσα σε ένα μήνα διπλασιάσθηκε και το ποσοστό των πολιτών που επιθυμεί την συγκρότηση νέων σχημάτων (10%).

Εξάντληση της μετεκλογικής δυναμικής

Η κυβερνητική ικανότητα του ΠΑΣΟΚ τίθεται σε αμφισβήτηση. Η ικανοποίηση από την κυβέρνηση (22%) κατακρημνίζεται (-9%) και προσεγγίζει ταχύτατα το κρίσιμο ποσοστό κοινωνικής αποδοχής 20%. Έχει αποδειχθεί, ιστορικά, ότι εάν ένα κόμμα βρεθεί κάτω από αυτό, τότε η παραμονή του στην κυβερνητική εξουσία καθίσταται ευάλωτη. Στο δείκτη «καλύτερης κυβέρνησης για τη χώρα» σημειώνει μεγαλύτερη υποχώρηση (υπολογίζεται σήμερα σε 30%, -11%), ενώ η δημοτικότητά του, αν και παραμένει πλεονασματική, προσγειώνεται απότομα στο 44%, από 59% τον περασμένο Απρίλιο (-15%). Έτσι, η δημόσια εικόνα του καθίσταται πάλι ελλειμματική, επιστρέφοντας στα προ των εκλογών χαμηλά επίπεδα. Ο Γ.Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ δείχνουν να έχουν μηδενίσει την όποια ευεργετική επίδραση άσκησε υπέρ τους το εκλογικό αποτέλεσμα του περασμένου Οκτωβρίου. Το πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο, που αποκτήθηκε, λόγω της συντριβής της ΝΔ έχει πλέον εξαερωθεί. Η μετεκλογική δυναμική έχει εξαντληθεί.

ΝΔ: Εικόνα διάλυσης

Αρκετά χειρότερη είναι η εικόνα της αντιπολίτευσης, η οποία εμφανίζει κυριολεκτικά χαρακτηριστικά διάλυσης. Η ικανοποίηση από τη λειτουργία της βρίσκεται πλέον κάτω από το 10%. Συρρικνώθηκε, μάλιστα, στο ήμισυ (μόλις 8%, από 16%). Η κυβερνητική της ικανότητα έχει σχεδόν μηδενιστεί (4%, έναντι 6% τον προηγούμενο μήνα). Η δημοτικότητα του Α.Σαμαρά σημειώνει μεγαλύτερες απώλειες (-19%) και καθίσταται για πρώτη φορά μετά την εκλογή του ελλειμματική, ενώ η συγκριτική του θέση στο δείκτη πρωθυπουργικών ικανοτήτων παραμένει αναιμική (18%, έναντι 43% του Γ.Παπανδρέου). Η επισημοποίηση του ηγετικού ρήγματος, με την πολιτική διαφοροποίηση και διαγραφή της Ν.Μπακογιάννη δημιουργεί σαφώς φυγόκεντρες τάσεις στη βάση του κόμματος. Η κομματική συσπείρωση της ΝΔ, κυμαίνεται περί το 50%, ενώ η ήδη άσχημη δημόσια εικόνα του κόμματος επιδεινώνεται περαιτέρω (-8%, μόλις 27% θετικές κρίσεις, έναντι 44% του ΠΑΣΟΚ).

Άνοδος της Αριστεράς

Από την αποδυνάμωση του δικομματισμού (αθροιστικά τα δύο κόμματα χάνουν 4,5%), αλλά κυρίως από τη σμίκρυνση του δυνητικού εκλογικού σώματος, λόγω των τάσεων αποχής, περισσότερο ωφελημένη δείχνει αυτήν τη στιγμή η Αριστερά, κυρίως το ΚΚΕ. Η ενίσχυση των κομμάτων της Αριστεράς δεν είναι μόνον ποσοστιαία, αλλά αντανακλά και μια (μικρή) αύξηση της πραγματικής κοινωνικής τους επιρροής.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, το δικομματικό σύστημα δείχνει να προσεγγίζει με ταχύτητα το σημείο «πρόσκρουσης». Ωστόσο, η κατάσταση που αποτυπώνεται δεν συνιστά -τουλάχιστον αυτήν τη στιγμή- «κατάρρευση». Η άνιση αποδυνάμωση των δύο πόλων του αναδεικνύεται σε σημαντικό στοιχείο της κρίσης. Η εξουδετέρωση της αντιπολίτευσης ευνοεί συγκυριακά το κυβερνών κόμμα και του επιτρέπει για την ώρα να διατηρεί τη σχετική πρωτοβουλία των κινήσεων, παρά τη δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει, εξαιτίας της κοινωνικής αγανάκτησης.

Έξοδος από το εκλογικό σώμα

Ωστόσο, η κύρια κατεύθυνση που λαμβάνει η διογκούμενη κοινωνική διαμαρτυρία είναι άλλη. Μεταξύ βουλευτικών Σεπτεμβρίου 2007 (είχαν ψηφίσει 7.355.000 πολίτες) και Οκτωβρίου 2009 (ψήφισαν 7.044.000), η πραγματική αποχή στην Ελλάδα αυξήθηκε από 10,7%, σε 14,5%, ενώ στις ευρωεκλογές του περασμένου Ιουνίου που προηγήθηκαν των βουλευτικών, εκτοξεύθηκε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο 36% (υπολογισμοί της Public Issue). Η σημερινή «φωτογραφία» του εκλογικού σώματος παραπέμπει περισσότερο στο τοπίο των τελευταίων ευρωεκλογών. Στη μέτρηση του Μαΐου, ο σχετικός δείκτης του βαρόμετρου, που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της αποχής, έχει εκτιναχθεί στο 34%, από 21% τον Απρίλιο (+13%, ή αύξηση 62%), ενώ από την αρχή του έτους έχει υπερδιπλασιαστεί. Αυτό σημαίνει, ότι αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα το εκλογικό σώμα να συρρικνωθεί στις επόμενες βουλευτικές, πχ. σε 5.000.000 ψηφοφόρους, όπως ακριβώς συνέβη και στις ευρωεκλογές. Ειπωμένο διαφορετικά, πάνω από 2.000.000 απογοητευμένοι, ή/και οργισμένοι πολίτες σκέπτονται σήμερα σοβαρά, εάν θα προσέλθουν την επόμενη φορά στις κάλπες, ή εάν θα γυρίσουν την πλάτη στο πολιτικό σύστημα. Αν κάτι τέτοιο συνιστά σοβαρή απειλή για το τελευταίο, ή θα αποτελέσει βαλβίδα κοινωνικής παθητικοποίησης και «εκτόνωσης» της κρίσης του, δεν μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί.