Εξειδικευμένη Αναζήτηση

Διαφθορά και κρίση εμπιστοσύνης στη Διακυβέρνηση

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Η παρούσα κρίση εμπιστοσύνης στη Διακυβέρνηση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί δομική. Πιστοποιεί δε μια πρωτόγνωρη, μεταπολιτευτικά, κρίση εκπροσώπησης. Το 1/2 του κοινωνικού σώματος (52%) δεν εμπιστεύεται ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα, ενώ οι 4 στους 10 (40%) τις εμπιστεύονται μόνον περιστασιακά (διάγραμμα 1). Η πεποίθηση ότι οι Κυβερνήσεις εξυπηρετούν τα μεγάλα συμφέροντα, είναι καθολική (89%! – διάγραμμα 2), ενώ ως προς την υφιστάμενη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, 8 στους 10 πολίτες (77%) θεωρούν, ότι το δημόσιο χρήμα διασπαθίζεται (διάγραμμα 3). Από την άλλη πλευρά, η αίσθηση της διαφθοράς στο επίπεδο των κυβερνώντων είναι γενικευμένη και διάχυτη, αφού το 78% αποδέχεται την άποψη ότι “στην Κυβέρνηση αρκετοί, ή και όλοι είναι διεφθαρμένοι”, ενώ μόλις το 19% διαπιστώνει περιορισμένη διαφθορά (διάγραμμα 4).

Από το συνδυασμό των απαντήσεων στις προηγούμενες τέσσερις ερωτήσεις (εμπιστοσύνη στις Κυβερνήσεις, υπαγωγή των κυβερνήσεων σε οικονομικά συμφέροντα, σπατάλη του δημοσίου χρήματος, αριθμός διεφθαρμένων στην κυβέρνηση) προκύπτει ο λεγόμενος δείκτης εμπιστοσύνης στη Διακυβέρνηση (Government Trust Index), που χρησιμοποιείται διεθνώς για τη μέτρηση των στάσεων του κοινού απέναντί της. (Στην Ελλάδα μετρήθηκε για πρώτη φορά το 1998, βλ. Μαυρής 1999). Με βάση τον εν λόγω δείκτη, προκύπτει ότι οι αρνητικές στάσεις διακατέχουν σήμερα το 97% (!) των ερωτηθέντων. Επομένως, πρόκειται πλέον για ένδειξη καθολικής απονομιμοποίησης και όχι απλώς «χαμηλής νομιμοποίησης» της Διακυβέρνησης.

Με το δεδομένο πλαίσιο των εδραιωμένων κοινωνικών πεποιθήσεων, αναφορικά με τη Διακυβέρνηση της χώρας, η πολιτική ανάδειξη του διαχρονικού προβλήματος της διαφθοράς του πολιτικού προσωπικού δεν μπορεί παρά να λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Συμπαρασύροντας το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, είναι φυσικό να επιδεινώνει περαιτέρω την υφιστάμενη εικόνα. Με αφορμή την υπόθεση της Siemens, τα κόμματα «καρτέλ» αποδοκιμάζονται συντριπτικά. Οι εξεταστικές επιτροπές του Κοινοβουλίου αφήνουν «παγερά αδιάφορους» τους πολίτες, ενώ η εδώ και καιρό συντελεσθείσα κατάρρευση του κύρους της δικαιοσύνης δεν δείχνει κανένα σημείο ανάκαμψης. Και, βεβαίως, καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση, μετά το 1980, δεν μένει στο απυρόβλητο.

Πόσο σοβαρές συνέπειες μπορεί να έχει αυτή η εξέλιξη για τη σημερινή μορφή του κομματικού συστήματος και ευρύτερα για το πολιτικό σύστημα; Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίες ορισμένες οριοθετήσεις για να αποφευχθεί μια σχηματική ερμηνεία του φαινομένου. Είναι γεγονός, ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης στη Διακυβέρνηση δεν συνεπάγεται εξ’ ορισμού και κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Η πρώτη συνδέεται βεβαίως με τη δεύτερη, αλλά δεν οδηγεί ευθύγραμμα σε αυτήν. Επίσης, η κάμψη της κοινωνικής εμπιστοσύνης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε απομάκρυνση από την πολιτική διαδικασία. Πολιτικές και εκλογικές έρευνες έχουν δείξει αλλού, ότι η χαμηλή εμπιστοσύνη στη Διακυβέρνηση δεν οδηγεί «νομοτελειακά» στην αποχή από τις εκλογές, ή εν γένει στην μείωση της πολιτικής συμμετοχής.

Τι από αυτά θα συμβεί στην Ελλάδα το προσεχές διάστημα δεν είναι προφανώς δεδομένο. Οι πιθανότητες, ωστόσο, να εξελιχθούν τα πράγματα σε μια παρόμοια κατεύθυνση είναι σαφώς αυξημένες. Οι εξελίξεις του τελευταίου διμήνου, μετά την υπαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ, που αποτυπώνονται ευδιάκριτα τόσο στο προηγούμενο όσο και στο παρόν κύμα του μηνιαίου Βαρόμετρου της Public Issue, μάλλον συνηγορούν υπέρ αυτής της εκτίμησης.

Τα διαγράμματα του άρθρου: